Γκαλερί

Νίκος Κατρής

Γεννήθηκε στις 19 Νοεμβρίου 1967 στον Πειραιά. Η οικογένεια του είναι εγκατεστημένη εδώ και πολλές γενεές στη Σαντορίνη.
Ο Νίκος τελείωσε το σχολείο στον Πειραιά. Μέχρι τα 19 του χρόνια περνούσε τα καλοκαίρια στο νησί, ενώ μετά το στρατό ο Νίκος έγινε μόνιμος κάτοικος της Σαντορίνης.
Από το 1986 έως το 1996 εργαζόταν στην ταβέρνα της μητέρας του στο Ακρωτήρι. Μετά άνοιξε το δικό του μαγαζί, μία πραγματική οικογενειακή επιχείρηση, που πήρε το όνομα της από την πρώτη του κόρη, τη Μελίνα, που γεννήθηκε το 1994.

Πώς όμως ασχολήθηκε ο Νίκος με την λιθογλυπτική;
Μόλις στα 16 του ανακάλυψε σε μία κατάδυση μία μαύρη ελαφρόπετρα με ασυνήθιστο σχήμα και άρχισε να τη δουλεύει. Έτσι έφτιαξε τον πρώτο του «διάβολο», ένα είδος μάσκα του διαβόλου με πραγματικά κέρατα τράγου και τρίχωμα λαγού. Το έργο είχε μεγάλη απήχηση στους πελάτες, όμως η μητέρα του Νίκου είχε αντίθετη άποψη. Φοβόταν την κακοτυχία κι έτσι ο Νίκος κατέστρεψε το πρώτο του έργο φοβούμενος τη μαύρη μαγεία. Όμως η αρχή είχε γίνει.
Τα επιδέξια χέρια του Νίκου άρχισαν να σχηματίζουν μπρελόκ σε μορφή ποδιού, γκροτέσκα κεφάλια, φιγούρες σκακιού. Τα περισσότερα δωρίθηκαν σε πελάτες, τουρίστες που είχαν γίνει φίλοι. Μόνος του εκπαιδευόταν σιγά σιγά και τελειοποίησε το χειρισμό της ηφαιστειακής πέτρας. Γύρω στο 2006 ήρθε η ώρα για το πρώτο του σημαντικό έργο, το “Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΦΑΝΑΡΙΟΥ”, που ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε στα διαλείμματα ανάμεσα στο μαγείρεμα και το σερβίρισμα. Ένας έμπορος αυτοκινήτων από την Αθήνα, προφανώς φίλος της τέχνης, αναγνώρισε το ταλέντο του Νίκου και του προσέφερε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό για αυτό του το έργο. Όμως αυτός αρνήθηκε: «Το πρώτο του παιδί δεν το πουλάει κανείς».
Ήδη, κατά την ασχολία με το “ Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΦΑΝΑΡΙΟΥ ”, άρχιζε να ωριμάζει η ιδέα για μία ακόμη πιο συγκλονιστική δουλειά, το “Shepherd”, η οποία μέχρι τώρα υπάρχει μόνο στο μυαλό του και εξωτερικεύεται μετά το δεύτερο ποτηράκι κρασί . Τότε θυμίζει το θρυλικό Αλέξη Ζορμπά κατά την προσπάθεια του ν΄ ανοίξει και να ξαναλειτουργήσει τα ορυχεία λιγνίτη στην Κρήτη.
Η αρχική ονομασία του έργου “Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΦΑΝΑΡΙΟ” ήταν Καλλίστη, η ωραιοτέρα όλων, σύμφωνα με το αρχαίο ελληνικό όνομα του νησιού, πριν από τη μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου τη δεύτερη χιλιετία π.Χ., όταν το ηφαίστειο ήταν ακόμη τέλειο και θύμιζε ένα Φουτζιγιάμα που ορθώνεται μέσα από το Αιγαίο. Αυτό το έργο αποτέλεσε την αιτία ν΄ αντιμετωπίζεται ο Νίκος με περισσότερη σοβαρότητα. Οι πρώτες παιχνιδιάρικες προσπάθειες μετατράπηκαν σε επαγγελματικότητα και πάθος.
Λίγα λόγια για το ίδιο το έργο: Ο φάρος τοποθετήθηκε πριν από δεκαετίες από το λιμεναρχείο σε περίοπτη θέση στη Σαντορίνη, σε σημείο όπου η ανοιχτή θάλασσα χύνεται προς την Καλδέρα. Εκείνο το σημείο ήταν πάντα μία από τις δημοφιλέστερες θέσεις για τους ψαράδες στη Σαντορίνη, εξαιτίας των διαφόρων ρευμάτων και θερμοκρασιών στο νερό, λόγω του πλούτου του σε θρεπτικά στοιχεία. Είναι το σημείο όπου ο Νίκος κυνήγησε αμέτρητες φορές με ψαροντούφεκο μεγάλα ψάρια και όπου η ψυχή του έριξε άγκυρα.
Η γυναικεία φιγούρα που είναι προσκολλημένη στο βράχο συμβολίζει την ελπίδα και την ασφάλεια των ψαράδων και ναυτικών. Φέρει ελπίδες για καλές ψαριές και ασφαλή επιστροφή – προστάτιδα του νησιού και των παιδιών της που λείπουν στη θάλασσα για να κερδίσουν το ψωμί τους. Σαν ακρόπρωρο τοποθετημένο στο βράχο του Ακρωτηρίου αποτελεί μέρος του νησιού, άρρηκτα συνδεδεμένο με αυτό, προσωποποίηση του λίθινου «πλοίου» που φέρει το όνομα «Σαντορίνη».
Η μορφή του έργου ακολουθεί το εξωτερικό σχήμα της πέτρας. Η πέτρα στενεύει στο πάνω μέρος και σχηματίζει ένα μυτερό τελείωμα. Αυτό το σχήμα οδήγησε στην εικόνα του φάρου. Τα απότομα σκαλοπάτια στο πλάι και στο πίσω μέρος του φάρου οδηγούν στον εξώστη. Ο θεατής αναρριχάται, ας πούμε, στην ωραία γυναίκα και καταλήγει στην κορυφή, όπου βρίσκεται η διαφώτιση, το φως του Ακρωτηρίου, ο γέρικος και ανεμοδαρμένος βράχος των ναυτικών.
Το δεύτερο μεγάλο έργο ήταν ένας φαλλός που τον τύλιγαν κλειστά χέρια, και πάλι θέμα αρχετυπικό και μυθικό. Ο ερωτισμός είναι η πρώτη εντύπωση που αποκομίζει κανείς, ακριβώς όπως στη θεά του φάρου της Σαντορίνης, την οποία δεν πρέπει να την αντιλαμβάνεται κανείς επιφανειακά ως γυμνή γυναίκα, άλλα ως θεότητα, της οποίας η γύμνια την μετατρέπει σε Ολύμπια Θεά. Ο Νίκος περιγράφει τον φαλλό ως σύμβολο της ενέργειας και της δύναμης για ζωή, ως σύμβολο προσφοράς ζωής.
Το πίσω μέρος του γλυπτού, το οποίο θα μπορούσε εύκολα να παρεξηγηθεί, αποτελεί έναν ναό. Ο συνδυασμός ναού και χεριών που προσεύχονται αποκρυπτογραφεί τη σημασία αυτού του έργου: Πρόκειται για την παράκληση και τον εξορκισμό προς την δωρήτρια φύση για τη διατήρηση και την συνέχιση της προσφοράς ζωής, καθώς και την ευγνωμοσύνη για το δώρο της ζωής. Ως εκ τούτου συνυπάρχει στην εικόνα του φαλλού και το γυναικείο στοιχείο σαν αντιπαράθεση και συγχρόνως συμπλήρωμα του αρσενικού στοιχείου. Τα διπλωμένα και προστατευτικά χέρια που αγκαλιάζουν πρακτικά τον φαλλό, θα μπορούσαν να είναι η αφηρημένη εικόνα του αιδοίου. Το έργο θα μπορούσε να φέρει τον μεταφορικό τίτλο «΄Υμνος στη ζωή», μιας και πρεσβεύει τις κεντρικές ιδέες από δημιουργία της ανθρωπότητας περί γονιμότητας, δημιουργικότητας, παραγωγικότητας.
Ακολούθησε το τρίτο κατά σειρά έργο του Νίκου, η «Άνοιξη». Θα μπορούσε να πει κανείς ότι βρίσκεται σε άμεση σύνδεση με τον φαλλικό «ύμνο». Το θέμα είναι ο κύκλος των εποχών του χρόνου, η μεταμόρφωση της φύσης στην πάροδο του έτους, η αφύπνιση της μετά τη χειμερινή παύση. Όποιος έχει ζήσει την εκρηκτική άνοιξη στα ελληνικά νησιά, που το καλοκαίρι είναι κατάξερα και το χειμώνα ποτισμένα από τη βροχή, θα κατανοήσει αυτό το «ειδυλλιακό» μικρό έργο του Νίκου, σμιλευμένο από ηφαιστειακό πέτρωμα. Ένα πέτρωμα, απ΄ το οποίο φυτρώνουν λουλούδια και πολλών ειδών άλλα φυτά, έτσι όπως το Μάρτη και Απρίλη φυτρώνουν από την κατάξερη γη του νησιού χιλιάδες άνθη, τα οποία στη συνέχεια το καλοκαίρι ο καυτός άνεμος από την Αφρική κατατρώει και αποξηραίνει .
Στη συνέχεια ο Νίκος ασχολήθηκε με το θέμα «Βιβλίο», το οποίο παρουσίασε με δύο διαφορετικούς τρόπους, από τη μια κλειστό και από την άλλη ανοιχτό. Συνειρμικά οδηγούμαστε σε έργα διαφόρων βορειοευρωπαίων γλυπτών που έχουν ασχοληθεί με το ίδιο θέμα.
Έτσι πηγαίνει το μυαλό στη συλλογή του ζεύγους Kubach-Willmsen, μεμονωμένα και ομαδοποιημένα βιβλία, δημιουργίες με κάθε λογής πετρώματα σε διαφορετικά μεγέθη, καθώς επίσης στα μεγαλοπρεπή και μνημειώδη μολυβένια βιβλία του Anselm Kiefer, τα οποία μπορεί κανείς να θαυμάσει στο Βερολίνο. Η μεταλλική βιβλιοθήκη του αποτελείται, όπως και του Νίκου, από ανοιχτά και κλειστά βιβλία.
Όταν μιλήσαμε στο Νίκο γι΄ αυτούς τους παραλληλισμούς απογοητεύτηκε λίγο, διότι προφανώς δεν πρωτοτύπησε. Όμως αφενός δε μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και αφετέρου δεν είναι ήσσονος σημασίας ότι ο Νίκος είχε την ίδια έμπνευση με τον παγκοσμίου κλάσεως καλλιτέχνη Anselm Kiefer. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι το κίνητρο του Νίκου ήταν εντελώς διαφορετικό από εκείνα των Kubach-Willmsen ή του Kiefer, ήταν δηλαδή αυτοβιογραφικό.
Την ίδια εποχή ο Νίκος πειραματίστηκε στα πορτραίτα. Μοντέλο υπήρξε η δεύτερη του κόρη, η Βερόνικα. Η προτομή της είναι μία αλληγορία της γοητείας, το νέο κορίτσι στο κατώφλι της θηλυκότητας, ακόμη ντροπαλό και αγαθό, παρ΄ όλ΄ αυτά όχι πια παιδί. Είναι ήδη μια μικρή Εύα, η οποία σύντομα θα έχει συνειδητοποιήσει τα χαρίσματα της και θα τα εκμεταλλεύεται. Η μεγαλύτερη επιτυχία στην απεικόνιση περιέχεται στο συγκρατημένο χαμόγελο με το πονηρό βαθούλωμα στις άκρες των χειλιών, που θυμίζει λίγο τη «Mona Lisa», λίγο την «Άγνωστη του Σηκουάνα».
Στην ίδια κατηγορία έργων ανήκει η παρουσίαση ενός ηλικιωμένου άντρα, χαρακτηριστικού τύπου εκείνων των νησιωτών, που αποτελούν περιζήτητα μοντέλα στους τουριστικούς οδηγούς κι επιβεβαιώνουν συνεχώς την εικόνα που έχουμε για τον Αλέξη Ζορμπά. Στην πέτρα παίρνει μορφή το πρόσωπο ενός γέροντα. Το πρόσωπο του φαίνεται να είναι μέρος του χοντροκομμένου, ξηρού, βραχώδους τοπίου του νησιού. Έτσι θυμάται κανείς τους παππούδες της Ελλάδος σε εκατοντάδες καφενεία στα νησιά και στην ξηρά: Την ξεθωριασμένη, άλλοτε σκουρόχρωμη τραγιάσκα του ψαρά λοξά τοποθετημένη στα συχνά ακόμη πυκνά γκρίζα μαλλιά του, τα κοκαλιάρικα χέρια στο πιγούνι ή στο μπαστούνι, το τσιγάρο στην άκρη των χειλιών – τι θα ήταν η Ελλάδα χωρίς αυτούς τους πιστούς πατριάρχες; Η μία γενιά ακολουθεί την επόμενη. Ο Νίκος συνέλαβε αυτό το αρχέτυπο με επιτυχία. Το πρότυπο του: Ο πατέρας του δίπλα στη γιαγιά, η καλή ψυχή της ταβέρνας που ήδη στη δεύτερη επίσκεψη χαιρετάει τον ξένο από το βορρά φιλικά και του στέλνει το μήνυμα ότι στο «Μελίνα» στην παραλία στο Ακρωτήρι μπορεί να νιώθει σαν το σπίτι του.
Τα έτη 2008/09 ήταν ταυτόχρονα η αφετηρία για ένα καινούριο έργο, απόδειξη της μακρόχρονης φιλίας του με έναν Ιταλό Κόντε του γένους των Leopardi. Η σύντροφος του Conte Francesco ζει στην Porta Leone στην Αδριατική, η οικογένεια του Francesco στην Αγκώνα. Έτσι φούντωσε η ιδέα μέσα του να δημιουργήσει ένα έργο, όπου θα παρουσιάζεται το σύμβολο της Porta Leone - ο ελέφαντας – περιστοιχισμένος από μία αρχαία πύλη εισόδου. Ο ελέφαντας έχει σηκώσει την προβοσκίδα, έτοιμος για τη μάχη, μουγκρίζοντας και καλώντας για επίθεση.
Από μπροστά φαίνεται σαν να κουβαλάει ο ελέφαντας ένα ξύλινο φορείο στην πλάτη, γεγονός που παραπέμπει στους μαχητικούς ελέφαντες που οδήγησε ο Αννίβας μέσω των Άλπεων στην Ιταλία.
Δεν ξέρουμε πως απέκτησε η Porta Leone ένα αφρικάνικο σύμβολο για την πόλη της. Όταν ο Conte Francesco εμφανιστεί την επόμενη φορά με το σκάφος του στη Σαντορίνη και παραλάβει το τελειωμένο έργο, πρέπει να τον ρωτήσουμε. Πάντως η σύντροφος του θα χαρεί με αυτό το αφιέρωμα προς την πατρίδα της, η οποία αποτελεί κάτι περισσότερο από ένα πέτρινο διακοσμητικό, πιο συγκεκριμένα πρόκειται για ένα τέλειο εραλδικό εικονικό εύρημα.

Επικοινωνία

Ακρωτήρι, Σαντορίνη, Ελλάδα

[email protected]

Ώρες Λειτουργίας

Δευτέρα - Πέμπτη 11:30 - 22:00

Παρασκευή - Σάββατο 11:30 - 24:00

Κράτηση

Τηλ: +30 2286082764

Κινητό: +30 6976302204

Find Us